συναπόλλυμαι


συναπόλλυμαι
med. погибаю вместе с кем

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "συναπόλλυμαι" в других словарях:

  • συναπόλλυμαι — συναπόλλυμι destroy together pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)